Αρχική σελίδα        

 Εταιρεία

 Μουσείο Λ.Τ.Κ.          

 - Οι Συλλογές   

  -Ψηφιακή Συλλογή      

 -Έκθεμα Μήνα

-Νέα Αποκτήματα

 - Φίλοι Μουσείου

 - Εθελοντισμός

-Πωλητήριο

-Εργαστήρια

Διεθνής Ήμέρα Μουσείων

Δελτία Τύπου  

 Συνέδρια

 Εκδηλώσεις

 Εκδόσεις

 Τοποθεσία

Ώρες Λειτουργίας 

Επικοινωνία

 

 

ΕΚΘΕΜΑ ΜΗΝΑ

 

2019 2018 2017 2016  2015  2014   2013   2012     2011    2010   2009



ΕΚΘΕΜΑ ΜΗΝΑ 2019

 


ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ   ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ  ΜΑΡΤΙΟΣ  ΑΠΡΙΛΙΟΣ  ΜΑΙΟΣ  ΙΟΥΝΙΟΣ ΙΟΥΛΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ  ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ  ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ  ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ


 

 

Έκθεμα μήνα Ιανουαρίου 2019

Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών, για τον μήνα Ιανουάριο, με αφορμή την έκθεση που εγκαινιάσθηκε τον Δεκέμβριο του 2018 Το Φυτιώτικο υφαντό: παρόν, παρελθόν και μέλλον, έχει επιλέξει να σας παρουσιάσει ως έκθεμα μήνα ένα σεντόνι βαμβακερό, ριγωτό με φυδκιώτικο κέντημα (Α.Μ.2410) με μήκος 218 εκ., και πλάτος 137 εκ.
Το υφαντό χρονολογείται στις αρχές του 20ου αι., με προέλευση το χωριό Φύτη, επαρχίας Πάφου. Ως πρώτη ύλη του υφαντού είναι το βαμβάκι, αποτελείται από παράλληλες ρίγες και έχει διάκοσμο με πολύχρωμα γεωμετρικά και ανθρωπόμορφα μοτίβα στις άκρες του. Διαθέτει κρόσια και τα χρώματα που επικρατούν στο διάκοσμό του είναι το κόκκινο, το πράσινο, το κίτρινο και το μπλε.
Η Πάφος είναι γνωστή για τα πολύχρωμα κεντήματά της, άλλα υφαντά στον αργαλειό (βούφα) και άλλα κεντητά. Τα υφαντά που είναι συνήθως βαμβακερά, γνωστά και ως πλουμιστά της βούφας, διακοσμούνταν με διάφορα χρωματιστά γεωμετρικά θέματα. Τα κύρια χρώματα που χρησιμοποιούνταν είναι το κόκκινο και το μπλε, τα οποία εμπλουτίζονταν με δευτερεύοντα χρώματα, όπως το κίτρινο, πράσινο και πορτοκαλί.
Τα Παφίτικα ή αλλιώς Φυθκιώτικα υφαντά κεντήματα με τα αδρά γεωμετρικά και ανθεμωτά σχέδια τοποθετημένα σε ζώνες επάνω στην επιφάνεια των υφασμάτων και την αυστηρή χρωματική τους σύθεση, αποτελούν αξιόλογα δείγματα γυναικείας καλλιτεχνικής δημιουργίας με μακρά παράδοση στη λαϊκή τέχνη της Κύπρου.
Η τέχνη της υφαντικής άνθισε στην Κύπρο από την Αρχαιότητα, ωστόσο κατά τους Μεσαιωνικούς χρόνους η υφαντουργία πολύτιμων υφασμάτων αναπτύχθηκε ραγδαία και έφτασε στο αποκορύφωμά της διαδραματίζοντας σημαντικό κομμάτι του εμπορίου της εποχής.
Ο εργαλειός έγινε αναπόσπαστο στοιχείο του κυπριακού σπιτιού. Ήταν γενικός κανόνας στην Κύπρο μια γυναίκα, για να είναι προκομμένη, να ξέρει να κατεργάζεται τις πρώτες ύλες και να υφαίνει η ίδια υφάσματα για καθημερινή χρήση του σπιτιού και την ενδυμασία καθώς και άλλα, πιο ποικιλμένα, για την προίκα της.

Το υφαντό εκτίθεται στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου, προσωρινά στον δεύτερο όροφο, στον χώρο έκθεσης: Το Φυτιώτικο υφαντό: παρόν, παρελθόν και μέλλον στην Πλατεία Αρχιεπισκόπου Κυπριανού (εντός του περιβόλου του Καθεδρικού Ναού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου).

Για περισσότερες πληροφορίες και νέες δωρεές μπορείτε να αποταθείτε στο τηλ. 22.432.578.

Επιμέλεια κειμένου: Σάλλο Γεώργιος

Πηγές:
-Αρχείο Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου.
-Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών Κύπρου, Από την άυλη πολιτιστική κληρονομιά της Κύπρου/Elements of the intangible cultural heritage of Cyprus, Λευκωσία 2012.
-Ελένη Παπαδημητρίου, Η Λαϊκή Τέχνη της Κύπρου, Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου - Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών, 1966.
-Μ. Δημητρίου, Θησαυροί του Εθνογραφικού Μουσείου Κύπρου, Λευκωσία 2002.
-Αγγελική Πιερίδη, Κυπριακή Λαϊκή Τέχνη, Λευκωσία 1991.

 


Έκθεμα μήνα Φεβρουαρίου 2019


Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών, για τον μήνα Φεβρουάριο έχει επιλέξει να σας παρουσιάσει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα λαϊκής ζωγραφικής, μια υαλογραφία (Α.Μ. 1970, διαστάσεις 41x41 εκ.). Το συγκεκριμένο αντικείμενο χρονολογείται στον 20ο αιώνα και αγοράσθηκε από το Μουσείο τον Απρίλιο του 1971 από το κατεχόμενο χωριό Άσκεια (Άσσια) της επαρχίας Αμμοχώστου. Στα χωριά της Μεσαορίας η ζωγραφική σε γυαλί ήταν πολύ διαδεδομένη τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Αυτά αποτελούσαν συνήθως μέρος της προίκας για διακόσμηση της κατοικίας τους.
Στην υαλογραφία παριστάνεται μετωπικά ο Παύλος Μελάς (1870-1904), αξιωματικός Πυροβολικού του ελληνικού στρατού και σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα. Εικονίζεται ενδεδυμένος με την στρατιωτική του στολή και να κρατάει το όπλο του με το αριστερό χέρι. Πλαισιώνεται από μεγάλα διακοσμητικά ανθοδοχεία, πράσινου και ερυθρού χρώματος, από τα οποία αναφύονται ανθοφόροι κλάδοι. Αξιοπρόσεκτα είναι επίσης τα μεγάλα μάτια και τα χονδρά φρύδια, καθώς και το μεγάλο μουστάκι του.
Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου του 1870 στη Μασσαλία. Από το 1886 έως το 1891 φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων, απ όπου αποφοίτησε με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού. Το επόμενο έτος νυμφεύθηκε τη Ναταλία Δραγούμη, αδελφή του Ίωνα Δραγούμη, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τον Μιχαήλ και τη Ζωή. Στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 μάχεται με την 2η Πεδινή Πυροβολαρχία στο μέτωπο της Θεσσαλίας. Το 1904, προβληματισμένος με την κατάσταση στην Μακεδονία και τη δράση των κομιτατζήδων, οι οποίοι είχαν βασική επιδίωξη την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία, παίρνει μέρος σε μυστική αποστολή στη δυτική Μακεδονία με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας. Μαζί με τους επίσης αξιωματικούς, Αλέξανδρο Κοντούλη, Αναστάσιο Παπούλα και Γεώργιο Κολοκοτρώνη, δραστηριοποιείται στην περιοχή με κύριο σκοπό την αφύπνιση του ελληνικού στοιχείου.
Λίγους μήνες αργότερα επιστρέφει στη Μακεδονία (ως Πέτρος Δεδές) και προσπαθεί να οργανώσει ένοπλες ομάδες με ντόπιους για να αντισταθούν στους Βούλγαρους.
Τον Αύγουστο του ιδίου έτους ορίσθηκε από το Μακεδονικό Κομιτάτο ως γενικός αρχηγός του αγώνα και ανέρχεται στη Μακεδονία επικεφαλής 40 Μακεδονομάχων. Η παρουσία του σώματος του Παύλου Μελά γινόταν δεκτή με ενθουσιασμό από τα χωριά που περνούσε και οι κομιτατζήδες έντρομοι εγκατέλειπαν βιαστικά την περιοχή. Στις 13 Οκτωβρίου μπαίνουν στο χωριό Στάτιστα και αναγκάζονται να καταλύσουν σε διάφορα σπίτια του χωριού λόγω της σφοδρής βροχόπτωσης. Τότε ο κομιτατζής Μήτρε Βλάχο ενημέρωσε τις οθωμανικές αρχές για την εκεί παρουσία του Μελά, με αποτέλεσμα να καταφθάσει ένα απόσπασμα και να αρχίσει να πολιορκεί το σπίτι. Όταν σκοτείνιασε, επιχείρησε να βγει έξω από το σπίτι, όμως χτυπήθηκε και λίγο αργότερα ξεψύχησε. Ο θάνατός του συγκλόνισε και αφύπνισε ολόκληρο τον Ελληνισμό προκειμένου να αγωνισθούν, να πολεμήσουν ενάντια στους Τούρκους και στους Βούλγαρους.
Στις υαλογραφίες αυτές απεικονίζονται θέματα ιστορικά, μυθολογικά, λαογραφικά, θρησκευτικά, εθνικά, προσωπογραφίες, οικογενειακές φωτογραφίες, αλλά και διάφορα διακοσμητικά θέματα. Γνωστά ονόματα λαϊκών ζωγράφων είναι του Μιχαήλ Κάσσαλου από την Άσκεια (Άσσια), του Αθανάσιου Αντώνη, του Γεωργίου Καντωνή σε πίνακες από την Περιστερωνοπηγή, του Ιωάννη Αθανασίου από τη Λύση, του Χατζηχριστόδουλου Χαραλάμπους από το Παραλίμνι κ.ά. Οι δημιουργοί των έργων αυτών αποτύπωσαν τις ζωγραφιές σε γυαλί για βιοπορισμό, παράλληλα με τις άλλες ασχολίες τους (γεωργοί κ.α.).

Η υαλογραφία εκτίθεται στους χώρους της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών, στην Πλατεία Αρχιεπισκόπου Κυπριανού (εντός του περιβόλου του Καθεδρικού Ναού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου).

Για περισσότερες πληροφορίες και νέες δωρεές μπορείτε να αποταθείτε στο τηλ. 22.432.578.

Επιμέλεια κειμένου: Κωνσταντίνος Θεοφάνους.


Πηγές:
-Ελ. Παπαδημητρίου, Λαϊκή ζωγραφική, εγχάραξη και γλυπτική, Λευκωσία 2010.
-Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκδοτική Αθηνών, τόμος 6.
-Ν. Ι. Μέρτζος, Το Μακεδονικό. Παίγνιο Γεωπολιτικής, Θεσσαλονίκη 2012.
-Γ. Χ. Μόδη, Μακεδονικός Αγών και Μακεδόνες Αρχηγοί, Θεσσαλονίκη 2007.
-Μ. Δημητρίου, Θησαυροί του Εθνογραφικού Μουσείου Κύπρου, Λευκωσία 2002.
-Αρχείο Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου.


Έκθεμα μήνα Μαρτίου 2019

Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών έχει επιλέξει για τον μήνα Μάρτιο να παρουσιάσει ένα παραδοσιακό ζύμωμα, το ζεμπιλούδι ή ζεμπιλούι και το πλεκτό ζεμπίλι από φύλλα φοινικιάς, από το οποίο πήρε το όνομα και το σχήμα του το συγκεκριμένο ζύμωμα. Το ζεμπιλούδι (Α.Μ. 3657, 3658) δωρἠθηκε τον Ιούλιο του 2017 στο Μουσείο από την κ. Καλλιόπη Πρωτοπαπά, ενώ το ζεμπίλι (Α.Μ. 2238) αγοράσθηκε από τον Ονούφριο Χριστοφίδη από τη Λεμεσό τον Αύγουστο του 1973.
Τα ζεμπιλούθκια φτιάχνονταν με την ίδια ζύμη που παρασκευάζονταν και τα παραδοσιακά κουλλούρια. Τα υλικά που χρησιμοποιούνταν ήταν αλεύρι σιταριού, νερό, προζύμι, αλάτι, μυρωδικά (μεχλέπι, μαστίχα, γλυκάνισος) και σησάμι. Τα ζεμπιλούθκια παρασκευάζονταν από τις γυναίκες μαζί με άλλα ζυμώματα, όπως αυγωτές, βατραχάκια, σταυροκούλλουρα, ανθρωπάκια, κούμουλλα κ.τ.λ. πριν τις εορτές του Πάσχα, των Χριστουγέννων και άλλων εορταστικων περιστάσεων. Μετά την παρασκευή της ζύμης, τα ζεμπιλούθκια πλάθονταν και διακοσμούνταν με διάφορα σχήματα και συνήθιζαν να τα δίνουν στα παιδιά.
Το ζεμπιλούι είχε το σχήμα μικρής τσαντούλας, του ζεμπιλιού (από την τουρκική λέξη zembil), το οποίο στην πραγματικότητα είναι ένας μεγάλος σάκκος από ψάθα ή πλεγμένος από χόρτα, με ανοικτό στόμιο και δύο λαβές και χρησίμευε για πρόχειρες μεταφορές. Το ζεμπίλι το χρησιμοποιούσαν επίσης οι γεωργοί βάζοντας μέσα τους σπόρους του σιταριού, του κριθαριού και άλλων δημητριακών για τη σπορά.
Τα αντικείμενα εκτίθενται στους χώρους της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών, στην Πλατεία Αρχιεπισκόπου Κυπριανού (εντός του περιβόλου του Καθεδρικού Ναού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου).

Για περισσότερες πληροφορίες και νέες δωρεές μπορείτε να αποταθείτε στο τηλ. 22432578.

Επιμέλεια κειμένου: Νεκταρία Κόκκινου


Πηγές:
-Δ. Βοσκαρίδου, Το πλουμιστό ψωμί της Κύπρου, Λεμεσός 2011.
-Κ. Χατζηιωάννου, Ετυμολογικό λεξικό της ομιλούμενης κυπριακής διαλέκτου, Λευκωσία 2000.
- Σ. Σαμουήλ , Σ. Χρ. Ζάχου, Η όμορφη γλώσσα των παππούδων μας, Λευκωσία 2017.
-Αρχείο Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου.
- Μουσείο Κυπριακών Τροφίμων και Διατροφής, http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy.